Το τεστ εξετάζει την αυτοεκτίμηση του ατόμου, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο το άτομο βλέπει τον εαυτό του, τον τρόπο με τον οποίο το άτομο πιστεύει ότι το βλέπουν οι άλλοι, καθώς και τα συναισθήματα που του προκαλεί η γνώμη που το ίδιο έχει σχετικά με το πώς το βλέπουν οι άλλοι. Το τεστ διερευνά τη στάση του ατόμου προς την κοινωνία, προς την οικογένεια και προς τις προσωπικές του εμπειρίες, καθώς και το βαθμό αυτοεκτίμησης και πίστης στις δυνατότητες που διαπιστώνει ότι έχει.
Σύμφωνα με τις σύγχρονες έρευνες μελέτες
σχετικά με την « αυτοεκτίμηση », είναι
εμφανής και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό η
αδυναμία 1του ατόμου να εκτιμήσει σωστά
τόσο τις ικανότητές του όσο και το
περιβάλλον του γενικότερα. Πολλές φορές
αδιαφορεί για τον βαθμό της ευφυΐας του,
καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο οι
άλλοι τον αξιολογούν, κ.λπ. Παρά το
ενδιαφέρον του - που όμως βρίσκεται σε
λανθάνουσα κατάσταση -, δεν επιδιώκει να
γνωρίσει τους παραπάνω παράγοντες, ενώ
παράλληλα σχηματίζει μια εικόνα για τον
εαυτό του, η οποία, δυστυχώς, ελάχιστες
φορές ανταποκρίνεται στην
πραγματικότητα. Ως αποτέλεσμα, το άτομο
πιστεύει ότι δεν είναι σε θέση να
αναλάβει κάποιο έργο ή ότι δεν έχει την
ικανότητα να επιλύσει οποιοδήποτε
πρόβλημα. Επιπλέον, η επικοινωνία με
τους ανθρώπους του κοινωνικού του
περιβάλλοντος γίνεται εξαιρετικά
δυσχερής.
Ο όρος αυτοεκτίμηση χρησιμοποιείται για
την απόδοση του αγγλικού όρου self-esteem.
Ο Stanley Coopersmith, ο οποίος υπήρξε
ένας από τους κύριους μελετητές της
έννοιας της αυτοεκτίμησης, προσδιόρισε
ως εξής το περιεχόμενό της:
Αυτοεκτίμηση είναι η προσωπική κρίση της
αξίας του ατόμου, η οποία εκφράζεται με
τις στάσεις που υιοθετεί αναφορικά με
τον εαυτό του". Με άλλα λόγια, ο όρος
υποδηλώνει την εκτίμηση και τις συνήθεις
αντιλήψεις του ατόμου για τον εαυτό του,
καθορίζοντας τον βαθμό στον οποίο εκείνο
πιστεύει ότι είναι ικανό, επιτυχημένο,
σημαντικό και άξιο.
Η αυτοεκτίμηση ενός ατόμου δεν προκύπτει
αποκλειστικά από την προσωπική του
εμπειρία, αλλά απορρέει και από τις
κρίσεις και στάσεις των άλλων απέναντί
του. Η αυτοεκτίμηση δεν ταυτίζεται
πάντοτε με την πραγματική αξία του
ατόμου. Συμβαίνει, λοιπόν, άνθρωποι με
πολλές ικανότητες και αρετές να μη
διαθέτουν την ανάλογη αυτοεκτίμηση, ενώ,
αντίθετα, άλλοι με περιορισμένες
δυνατότητες να αναπτύσσουν υψηλή
αυτοεκτίμηση.
Στις θεωρητικές υποθέσεις των Freud και
Erikson η αυτοεκτίμηση εμφανίζεται κατά
τρόπο έμμεσο, ενώ από τους νεοφροϋδικούς
Sullivan, Horney και Fromm
αντιμετωπίζεται ως ένα ξεχωριστό θέμα
και όχι ως ένα κεντρικό στοιχείο στις
θεωρίες τους, όπως συμβαίνει στη θεωρία
του Adler, στην οποία η αυτοεκτίμηση
παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της
θεραπείας.
Αλλά ούτε οι φαινομενολόγοι απέκλεισαν
από τα ενδιαφέροντά τους την
αυτοεκτίμηση. Ένας από αυτούς, ο C.
Rogers, επισημαίνει τη συνειδητή
προσωπική εμπειρία, η αποδοχή της οποίας
συνεπάγεται την εξασφάλιση ομαλής
προσαρμογής και αυτοεκτίμησης. Η
αυτοαποδοχή, όπως ονομάζεται, συνιστά
κατά τον Rogers βασική προϋπόθεση για
την αποκατάσταση μιας διαταραγμένης
συμπεριφοράς. Η άποψη που σχηματίζει το
άτομο για τον εαυτό του, η οποία
αποτελεί ουσιώδη μεταβλητή της
συμπεριφοράς, εμπεριέχει ιδιότητες
νοητικές, συναισθηματικές και
προτρεπτικές.
Έχει διαπιστωθεί, μέσα από πολλές
μελέτες, ότι τα άτομα με υψηλή
αυτοεκτίμηση αποδέχονται τον εαυτό τους
και βρίσκονται σε αρμονική σχέση μαζί
του, αναγκαία προϋπόθεση για τη
διασφάλιση ψυχολογικής ισορροπίας.
Αναπτύσσουν καλές διαπροσωπικές σχέσεις
και συνήθως αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο
στην κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκουν.
Η προσαρμογή τους συντελείται ομαλά,
δίχως να παρακωλύεται από ανυπέρβλητα
προβλήματα, ενώ διακρίνονται για τη
συναισθηματική τους σταθερότητα. Είναι
πιο ευτυχισμένα από εκείνα που
χαρακτηρίζονται από χαμηλή αυτοεκτίμηση
και διαθέτουν ισχυρότερους μηχανισμούς
για να αντιμετωπίζουν ή για να υπομένουν
- αλλά και για να ξεπερνούν - αγχώδεις
περιβαλλοντικές καταστάσεις. Βλέπουν τη
ζωή με αισιοδοξία και με μεγάλη
αυτοπεποίθηση, ενώ υποκύπτουν δύσκολα σε
εξωτερικές πιέσεις για συμμόρφωση.
Εξάλλου, άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση,
είναι σταθερότερα στις αξιολογικές τους
προτιμήσεις, ενώ η ρεαλιστική τους
αυτοεκτίμηση βρίσκεται σε μεγαλύτερη
συμφωνία με τον ιδεατό εαυτό τους,
κατάσταση που τα προφυλάσσει από
εσωτερικές συγκρούσεις και από το
αίσθημα της ενοχής.
Αντίθετα, τα άτομα με χαμηλή
αυτοεκτίμηση δεν έχουν αρμονική σχέση με
τον εαυτό τους και κατ'
επέκταση με τους άλλους. Το υπέρμετρο
άγχος τα καταβάλλει και καθιστά
εξαιρετικά δύσκολη την προσαρμογή τους,
ενώ συχνά παρουσιάζουν δείγματα
εσωτερικής διαταραχής. Οι κλινικοί
ψυχολόγοι διαπιστώνουν ότι τα άτομα αυτά
επιζητούν συχνά την ψυχολογική βοήθεια,
γιατί θεωρούν ότι είναι ανίσχυρα και
αβοήθητα.
Από τη σχετική με το θέμα αυτό
βιβλιογραφία προκύπτει ότι η αξιοπιστία
επανεξέτασης εμφανίζει υψηλότερες
συσχετίσεις στις μεγαλύτερες ηλικίες από
ό,τι στις μικρότερες. Εύλογα, λοιπόν,
συμπεραίνουμε ότι η αυτοεκτίμηση
σταθεροποιείται κατά την περίοδο της
ενηλικίωσης του ατόμου.
Το παρόν τεστ εξετάζει την αυτοεκτίμηση
ενός ατόμου και αφορά την εικόνα που
έχουν οι άλλοι για εκείνο, καθώς και το
βαθμό στον οποίο το επηρεάζουν,
προκειμένου να αισθανθεί καλά με τον
εαυτό του. Επιπλέον, διερευνά τη στάση
ενός ατόμου απέναντι στην κοινωνία, στην
οικογένεια, καθώς και τον τρόπο με τον
οποίο το άτομο αξιολογεί τις προσωπικές
του εμπειρίες.


